του ΠΕΤΡΟ Β. ΚΟΥΡΤΗ
Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ
Αγλαΐζουν τα πρόσωπα τους
Ενώ τους τυραννεί το έρεβος
Ενώ ζούνε το τελευταίο δειλινό
Εκτός του Άδει.
Αχ, αυτή η άγνοια
Των στατικών...
των μεμψίμοιρων
με την αδαμιαία περιβολή τους
που δεν την βλέπουν
με τις παρωπίδες
της χαλιναγώγησης
των φαντασμένων.
Που ταξιδεύουν παρέα με το λήθαργο
κάποιας παλιάς αμαρτίας
που οργιάζει;
Αυτήν που ρίχνει μπόι
συνεχώς,
Σαν ο κύσαρας
Που σκαρφαλώνει στα δέντρα
ψηλά
Για να δει τον ήλιο.
Της ψευτιάς.
Σαν η αγριάδα στα χέρσα
όπως και η μάνα της, η ψευτιά
Αυτή με τα κομμένα πόδια
όπως και οι αδελφές της,
Οι δίδυμες
που περπατούν καβάλα
στους ώμους μας
ή μάλλον στην ψυχή μας
χωρίς ν’ ανησυχούμε,
οι δύστυχοι
μπροστά μας τι θα βρούμε.
Και μένουμε όλοι απαθείς
σαν γίνεται η εναλλαγή
της άνοιξης με το χειμώνα
όταν ο νεκροθάφτης έτοιμος
σκάβει το μαύρο χώμα.
Ώρες ολόκληρες στο γυαλί
βλέποντας τους μάγους
Τους αστρολόγους της ψευτιάς το κόνιο να σκορπίζουν
Στους αφελείς
Σε όλους εμάς
Που ονειροπολούμε
Όταν τους βλέπουν και μιλούν
μέσα από τις οθόνες
του διχασμού
της μαγείας
του υπνωτισμού.
Κι εμείς οι άπληστοι,
μετράμε τις μέρες
της αποκάλυψης
όχι αυτήν του Ιωάννη του θεολόγου,
των αστρολόγων, περιμένουμε
που μας τάζουν Παραδείσους
με στρωμένα τραπέζια
γεμάτα με εδέσματα
σαν αυτά των θεών.
Και σαν ακόρεστοι
ονειροπολούμε μέσα στην ψευτιά
για να ακούσουμε
το τραγούδι του τζίτζικα
που αύριο θα πεθάνει,
ελπίζοντας στους αστρολόγους
πως εκεί θα μας περιμένουν
πανέμορφα κορίτσια
Σχεδόν ημίγυμνα
Έτοιμα
Ξαπλωμένα στο κρεβάτι
Ίσως και με τα πόδια σηκωμένα
Κι εμείς;
Εμείς συνεχίζουμε
Να νεφελοβατούμε
αφοσιωμένοι στα άστρα
στις οθόνες του Άδει
Και ας υψώνεται πίσω μας απειλητικά,
η πινακίδα που σε τρομάζει:
«Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ…» !
Αγ. Σαράντα
14.08. 1985
Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ
Αγλαΐζουν τα πρόσωπα τους
Ενώ τους τυραννεί το έρεβος
Ενώ ζούνε το τελευταίο δειλινό
Εκτός του Άδει.
Αχ, αυτή η άγνοια
Των στατικών...
των μεμψίμοιρων
με την αδαμιαία περιβολή τους
που δεν την βλέπουν
με τις παρωπίδες
της χαλιναγώγησης
των φαντασμένων.
Που ταξιδεύουν παρέα με το λήθαργο
κάποιας παλιάς αμαρτίας
που οργιάζει;
Αυτήν που ρίχνει μπόι
συνεχώς,
Σαν ο κύσαρας
Που σκαρφαλώνει στα δέντρα
ψηλά
Για να δει τον ήλιο.
Της ψευτιάς.
Σαν η αγριάδα στα χέρσα
όπως και η μάνα της, η ψευτιά
Αυτή με τα κομμένα πόδια
όπως και οι αδελφές της,
Οι δίδυμες
που περπατούν καβάλα
στους ώμους μας
ή μάλλον στην ψυχή μας
χωρίς ν’ ανησυχούμε,
οι δύστυχοι
μπροστά μας τι θα βρούμε.
Και μένουμε όλοι απαθείς
σαν γίνεται η εναλλαγή
της άνοιξης με το χειμώνα
όταν ο νεκροθάφτης έτοιμος
σκάβει το μαύρο χώμα.
Ώρες ολόκληρες στο γυαλί
βλέποντας τους μάγους
Τους αστρολόγους της ψευτιάς το κόνιο να σκορπίζουν
Στους αφελείς
Σε όλους εμάς
Που ονειροπολούμε
Όταν τους βλέπουν και μιλούν
μέσα από τις οθόνες
του διχασμού
της μαγείας
του υπνωτισμού.
Κι εμείς οι άπληστοι,
μετράμε τις μέρες
της αποκάλυψης
όχι αυτήν του Ιωάννη του θεολόγου,
των αστρολόγων, περιμένουμε
που μας τάζουν Παραδείσους
με στρωμένα τραπέζια
γεμάτα με εδέσματα
σαν αυτά των θεών.
Και σαν ακόρεστοι
ονειροπολούμε μέσα στην ψευτιά
για να ακούσουμε
το τραγούδι του τζίτζικα
που αύριο θα πεθάνει,
ελπίζοντας στους αστρολόγους
πως εκεί θα μας περιμένουν
πανέμορφα κορίτσια
Σχεδόν ημίγυμνα
Έτοιμα
Ξαπλωμένα στο κρεβάτι
Ίσως και με τα πόδια σηκωμένα
Κι εμείς;
Εμείς συνεχίζουμε
Να νεφελοβατούμε
αφοσιωμένοι στα άστρα
στις οθόνες του Άδει
Και ας υψώνεται πίσω μας απειλητικά,
η πινακίδα που σε τρομάζει:
«Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ…» !
Αγ. Σαράντα
14.08. 1985

